Ανοίγει στις Βρυξέλλες η συζήτηση για αποσύνδεση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο: Τι μπορεί να σημαίνει για την Ευρώπη energypress.gr


Ανοίγει στις Βρυξέλλες η συζήτηση για αποσύνδεση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο: Τι μπορεί να σημαίνει για την Ευρώπη
14 02 2026 | 07:30
   
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες άνοιξαν εκ νέου μία από τις πιο αμφιλεγόμενες συζητήσεις της ενεργειακής πολιτικής: πρέπει οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να παραμείνουν συνδεδεμένες με τις τιμές του φυσικού αερίου; Η συζήτηση επανήλθε στο προσκήνιο κατά την άτυπη σύνοδο στο Alden Biesen, όπου η ανταγωνιστικότητα και το υψηλό ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία βρέθηκαν στο επίκεντρο. Για πρώτη φορά μετά τις εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις της αγοράς ηλεκτρισμού το 2024, οι ηγέτες αμφισβήτησαν ανοιχτά εάν το ισχύον μοντέλο τιμολόγησης εξυπηρετεί πλέον τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρώπης.
Η συζήτηση δεν κατέληξε σε οριστικά συμπεράσματα. Ωστόσο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επιβεβαίωσε ότι η Επιτροπή θα παρουσιάσει εναλλακτικές επιλογές στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 19–20 Μαρτίου, ανοίγοντας ενδεχομένως τον δρόμο για μια νέα αναθεώρηση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
 
Οι συνέπειες για παραγωγούς, βιομηχανικούς καταναλωτές και επενδυτές θα μπορούσαν να είναι σημαντικές.
Γιατί το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καθορίζει την τιμή
Στο πλαίσιο του συστήματος merit order της ΕΕ, η ηλεκτρική ενέργεια διοχετεύεται στο δίκτυο ξεκινώντας από τις φθηνότερες πηγές — συνήθως τις ανανεώσιμες και την πυρηνική — ενώ η τελευταία μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση καθορίζει την τελική τιμή στην αγορά χονδρικής. Επειδή οι μονάδες φυσικού αερίου είναι συχνά οι ακριβότερες, αυτές τελικά καθορίζουν την τιμή για όλη την ηλεκτρική ενέργεια που πωλείται στην αγορά.
Το σύστημα αυτό, που σχεδιάστηκε για να προωθεί την αποδοτικότητα και να δίνει κίνητρα σε φθηνότερες μορφές παραγωγής, δέχθηκε έντονη κριτική κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, όταν η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου οδήγησε σε ιστορικά υψηλές τιμές ρεύματος. Αν και οι μεταρρυθμίσεις του 2024 επιδίωξαν να περιορίσουν τη μεταβλητότητα μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων — όπως οι συμφωνίες αγοράς ενέργειας (PPAs) και τα συμβόλαια διαφοράς (CfDs) — δεν άλλαξαν τη βασική αρχή της οριακής τιμολόγησης.
Τώρα, με τη βιομηχανία να συνεχίζει να αντιμετωπίζει υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με ανταγωνιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, η πολιτική πίεση αυξάνεται.
 
 
Τα επιχειρήματα υπέρ της αποσύνδεσης
Οι υποστηρικτές της αποσύνδεσης υποστηρίζουν ότι η αυξανόμενη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών θα έπρεπε να οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Εφόσον αιολικά και φωτοβολταϊκά καλύπτουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, θέτουν το ερώτημα γιατί οι καταναλωτές συνεχίζουν να πληρώνουν τιμές που καθορίζονται από ακριβότερα ορυκτά καύσιμα.
Χώρες όπως η Ιταλία, όπου οι βιομηχανικές τιμές ρεύματος αποτελούν σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, έχουν πρωτοστατήσει στις σχετικές πιέσεις. Ωστόσο, μελέτη ιταλικού think tank κατέληξε ότι το πρόβλημα δεν είναι ο σχεδιασμός της αγοράς αλλά οι υψηλές τιμές του ίδιου του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αποσύνδεση θα μπορούσε απλώς να αναδιανείμει το κόστος χωρίς να το μειώσει.
Με άλλα λόγια, όσο το αέριο παραμένει απαραίτητο για την ισορροπία του συστήματος όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές μειώνεται, το κόστος θα πρέπει να καλύπτεται με κάποιον τρόπο.
Οι υποδομές ως κρυφό πρόβλημα
Ακόμη και όσοι υποστηρίζουν την αναγκαιότητα να αλλάξει το σύστημα αναγνωρίζουν ότι οι κανόνες τιμολόγησης από μόνοι τους δεν αρκούν. Η von der Leyen επισήμανε ότι η έλλειψη επαρκών δικτύων κρατά τις τιμές «διαρθρωτικά υψηλές», καθώς η φθηνή ενέργεια από καθαρές πηγές δεν μπορεί πάντα να μεταφερθεί εκεί όπου χρειάζεται.
Αυτό αποτελεί τον πυρήνα του πακέτου για τα ηλεκτρικά δίκτυα που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο, με στόχο την αναβάθμιση υποδομών, την άρση συμφόρησης και την ενίσχυση του διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας.
Η λογική είναι απλή: ισχυρότερες διασυνδέσεις θα επέτρεπαν σε περιοχές με περίσσεια ανανεώσιμης ενέργειας να τροφοδοτούν ευκολότερα άλλες αγορές, μειώνοντας την ανάγκη για μονάδες φυσικού αερίου.
Ωστόσο, η ανάπτυξη δικτύων απαιτεί χρόνο και επενδύσεις, γεγονός που σημαίνει ότι άμεση αποκλιμάκωση τιμών δεν είναι εύκολη.
Το παράδειγμα της Ισπανίας — και τα όριά του
Το παράδειγμα της Ισπανίας αναφέρεται συχνά στη συζήτηση. Η ισχυρή ανάπτυξη της ηλιακής και αιολικής ενέργειας έχει μειώσει την επιρροή του φυσικού αερίου στον καθορισμό των τιμών. Ουσιαστικά, η «αποσύνδεση» επιτεύχθηκε όχι με αλλαγή κανόνων, αλλά μέσω αύξησης της παραγωγικής ικανότητας από ανανεώσιμες πηγές. Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Montel, το παράδειγμα δείχνει ότι οι επενδύσεις μπορεί να αποτελούν πιο σταθερή λύση από την αλλαγή του μηχανισμού τιμολόγησης. Παράλληλα όμως αναδεικνύει τις ανισότητες: κράτη που δεν μπορούν να αναπτύξουν τόσο γρήγορα τις ανανεώσιμες πηγές αισθάνονται ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.
Μακρύς δρόμος για πιθανές αλλαγές
Ακόμη και αν οι ηγέτες αποφασίσουν τον Μάρτιο ότι απαιτείται μεταρρύθμιση, η υλοποίηση δεν θα είναι άμεση. Η αλλαγή ευρωπαϊκής νομοθεσίας ξεκινά με επίσημη πρόταση της Επιτροπής και ακολουθεί διαπραγμάτευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη, μία διαδικασία που συνήθως διαρκεί τουλάχιστον 18 μήνες.
Το γεγονός ότι οι κανόνες της αγοράς αναθεωρήθηκαν μόλις το 2024 δείχνει πόσο σημαντική θα ήταν μια νέα παρέμβαση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Η ανταγωνιστικότητα στο επίκεντρο
Η επανεκκίνηση της συζήτησης αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη αλλαγή προτεραιοτήτων. Η ενεργειακή πολιτική καθορίζεται πλέον όλο και περισσότερο από την ανάγκη οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Οι ηγέτες συνέδεσαν άμεσα την προσιτή ενέργεια με τη βιομηχανική επιβίωση της Ευρώπης.
Επιχειρήσεις προειδοποιούν ότι χωρίς χαμηλότερο κόστος ενέργειας, επενδύσεις και παραγωγή ενδέχεται να μεταφερθούν εκτός Ευρώπης.
Τι μπορεί να ακολουθήσει
Οι επιλογές που αναμένεται να παρουσιάσει η Επιτροπή τον Μάρτιο μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • διατήρηση του τρέχοντος συστήματος με μεγαλύτερη έμφαση σε μακροχρόνια συμβόλαια,
  • στοχευμένους μηχανισμούς στήριξης για βιομηχανικούς καταναλωτές,
  • ή πιο ριζικές λύσεις που θα περιορίζουν τον ρόλο του φυσικού αερίου στον καθορισμό των τιμών.
Κάθε επιλογή συνεπάγεται συμβιβασμούς. Η αλλαγή του συστήματος ίσως μειώσει βραχυπρόθεσμα τις τιμές, αλλά μπορεί να επηρεάσει τα επενδυτικά κίνητρα. Η διατήρησή του, από την άλλη, ενδέχεται να εντείνει τις πολιτικές πιέσεις αν οι τιμές παραμείνουν υψηλές.
Μια συζήτηση για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης
Η επιστροφή της συζήτησης για την αποσύνδεση δεν αφορά μόνο τεχνικές λεπτομέρειες της αγοράς. Αντανακλά τη δυσκολία της Ευρώπης να ισορροπήσει τρεις στόχους ταυτόχρονα: προσιτές τιμές ενέργειας, ταχεία απανθρακοποίηση και διεθνή βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Είτε η λύση βρίσκεται στην αλλαγή του μηχανισμού τιμολόγησης είτε στην επιτάχυνση επενδύσεων και υποδομών, το μόνο βέβαιο είναι ότι η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Καθώς η Ευρώπη πλησιάζει στη σύνοδο του Μαρτίου, η ενεργειακή πολιτική εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας — με τις αγορές να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.
ΠΗΓΗ energypress.gr

  • :
  • :


πρόγνωση καιρού από το weather.gr