
21 10 2026 | 07:30
Σε τροχιά υψηλών τιμών και έντονης μεταβλητότητας αναμένεται να παραμείνει η διεθνής αγορά πετρελαίου τους επόμενους μήνες, καθώς η συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι περιορισμοί στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο και η σταδιακή εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων δημιουργούν συνθήκες παρατεταμένης στενότητας στην προσφορά.
Οι τελευταίες εκτιμήσεις των BMI, του ομίλου Fitch Solutions, και Standard Chartered συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι οι τιμές του Brent θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 2027, αν και διαφοροποιούνται ως προς την ένταση και τη διάρκεια των ανατιμήσεων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η BMI προχώρησε σε σημαντική ανοδική αναθεώρηση των προβλέψεών της, εκτιμώντας πλέον ότι η μέση τιμή του Brent θα διαμορφωθεί στα 93 δολάρια το βαρέλι το 2026, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 83 δολάρια. Αντίστοιχα, για το 2027 η εκτίμηση αυξάνεται στα 81 δολάρια από 71 δολάρια προηγουμένως.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προβλέψεις για τα επόμενα τρίμηνα, καθώς οι αναλυτές εκτιμούν ότι το Brent θα κινηθεί κατά μέσο όρο στα 107 δολάρια το τέταρτο τρίμηνο του 2026 και θα φτάσει στα 112 δολάρια το πρώτο τρίμηνο του 2027, έναντι 91 δολαρίων το τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους.
Ο παράγοντας Ορμούζ και η παράταση της κρίσης
Καθοριστικό ρόλο στην αναθεώρηση των προβλέψεων διαδραματίζει η αλλαγή των εκτιμήσεων για τη διάρκεια της σύγκρουσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Ενώ προηγουμένως η BMI θεωρούσε πιθανή μια προκαταρκτική συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ εντός του 2026, πλέον τοποθετεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο όχι νωρίτερα από το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Η παράταση της αβεβαιότητας έχει ήδη αποτυπωθεί στις τιμές.
Ακόμη πιο ενδεικτική της στενότητας στην πραγματική αγορά είναι η εικόνα του φυσικού πετρελαίου, με το Dated Brent να διαπραγματεύεται κατά μέσο όρο στα 130 δολάρια το βαρέλι κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες του Οκτωβρίου.
Παράλληλα, η καμπύλη των προθεσμιακών συμβολαίων εμφανίζει έντονο backwardation, δηλαδή οι άμεσες παραδόσεις τιμολογούνται ακριβότερα από τις μελλοντικές, στοιχείο που αντανακλά τις πιέσεις στην τρέχουσα διαθεσιμότητα πετρελαίου.
Σύμφωνα με την BMI, παρότι οι εξαγωγές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο ανέκαμψαν σημαντικά κατά το τρίτο τρίμηνο, οι κίνδυνοι για την προσφορά παραμένουν εξαιρετικά αυξημένοι.
Οι εκτιμήσεις για τις πραγματικές ροές παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις, με τα πιο απαισιόδοξα σενάρια να υποδεικνύουν έλλειμμα της τάξης των 3 εκατ. βαρελιών ημερησίως ή και περισσότερο κατά τον Σεπτέμβριο.
Η επανεκκίνηση του αγωγού East-West της Σαουδικής Αραβίας προσφέρει κάποια ανακούφιση, ωστόσο οι θαλάσσιες μεταφορές τόσο μέσω των Στενών του Ορμούζ όσο και μέσω της Ερυθράς Θάλασσας αναμένεται να παραμείνουν εκτεθειμένες σε σοβαρούς κινδύνους μέχρι τις αρχές του επόμενου έτους.
Οι νέες επιθέσεις σε πλοία και ενεργειακές υποδομές στις αρχές Οκτωβρίου ανέδειξαν την ευθραυστότητα της κατάστασης, προκαλώντας, σύμφωνα με τους αναλυτές, σημαντική υποχώρηση των ημερήσιων εξαγωγικών ροών.
Περιορισμένα περιθώρια αύξησης της παραγωγής
Πρόσθετο πρόβλημα αποτελεί η περιορισμένη δυνατότητα αύξησης της παραγωγής εκτός Μέσης Ανατολής.
Η BMI επισημαίνει ότι η πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα στις υπόλοιπες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές έχει σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί, ενώ τα νέα έργα που μπορούν να προσφέρουν πρόσθετες ποσότητες βραχυπρόθεσμα είναι περιορισμένα.
Η αύξηση της παραγωγής στη Βραζιλία και τη Γουιάνα, η σταδιακή ανάκαμψη της Βενεζουέλας και οι μικρές πρόσθετες ποσότητες από το αμερικανικό σχιστολιθικό πετρέλαιο δεν θεωρούνται επαρκείς για να καλύψουν το έλλειμμα που δημιουργούν οι διαταραχές στον Περσικό Κόλπο.
Την ίδια στιγμή, η ρωσική παραγωγή και οι εξαγωγές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πιέσεις από τις κυρώσεις και τις ουκρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Ιδιαίτερα δύσκολη παραμένει και η κατάσταση στην αγορά πετρελαϊκών προϊόντων, με το ντίζελ να εμφανίζει έντονη στενότητα. Παρά το γεγονός ότι τα διυλιστήρια σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική λειτουργούν κοντά στα ανώτατα επίπεδα αξιοποίησης της δυναμικότητάς τους, οι διακοπές λειτουργίας εγκαταστάσεων στη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή περιορίζουν την παγκόσμια προσφορά.
Οι πιέσεις αυτές αναμένεται να διατηρηθούν για τους επόμενους τρεις έως έξι μήνες, επηρεάζοντας όχι μόνο τις τιμές των καυσίμων αλλά και την αγορά αργού πετρελαίου.
Σημειώνεται ότι τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας είχαν συμφωνήσει τον Μάρτιο στη διάθεση 400 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά τους αποθέματα, ενώ στις αρχές Οκτωβρίου εξέφρασαν την υποστήριξή τους στην επιτάχυνση των σχετικών αποδεσμεύσεων.
Ωστόσο, σύμφωνα με την BMI, ακόμη και νέες παρεμβάσεις από τα στρατηγικά αποθέματα δύσκολα θα μπορούσαν να αντιστρέψουν την τάση μείωσης των παγκόσμιων αποθεμάτων, καθώς οι διαθέσιμες ποσότητες και οι τεχνικοί περιορισμοί στις ημερήσιες αποδεσμεύσεις περιορίζουν την αποτελεσματικότητά τους.
Πότε αναμένεται αποκλιμάκωση
Το βασικό σενάριο της BMI προβλέπει ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά, με σημαντικές διακυμάνσεις, μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Εφόσον επιτευχθεί μια προκαταρκτική συμφωνία για την αποκατάσταση των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο, οι αναλυτές αναμένουν απότομη διόρθωση των τιμών.
Συγκεκριμένα, το Brent προβλέπεται να υποχωρήσει στα 70 δολάρια το βαρέλι κατά το τρίτο τρίμηνο του 2027 και στα 67 δολάρια το τέταρτο τρίμηνο.
Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, πάντως, η πλήρης ομαλοποίηση των εμπορικών ροών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει έξι έως δώδεκα εβδομάδες μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας.
Διαφορετική, αλλά επίσης επιφυλακτική, είναι η προσέγγιση της Standard Chartered.
Η βρετανική τράπεζα εκτιμά ότι το Brent θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 92 δολάρια το 2026 και στα 89,5 δολάρια το 2027, προβλέποντας πιο σταδιακή αποκλιμάκωση σε σχέση με την BMI.
Ειδικότερα, αναμένει τιμή 101 δολαρίων το τέταρτο τρίμηνο του 2026, 96 δολαρίων το πρώτο τρίμηνο του 2027, 91 δολαρίων το δεύτερο, 87 δολαρίων το τρίτο και 84 δολαρίων το τελευταίο τρίμηνο του επόμενου έτους.
Η επικεφαλής ενεργειακών αναλύσεων της Standard Chartered, Emily Ashford, επισημαίνει ότι η διεθνής αγορά έχει αρχίσει να προσαρμόζεται αποτελεσματικότερα στις διαταραχές των εμπορικών διαδρομών, περιορίζοντας την επίδραση που έχουν στις τιμές οι γεωπολιτικές ειδήσεις από μόνες τους.
Ωστόσο, η ανάκαμψη των εξαγωγικών ποσοτήτων δεν σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα, καθώς το κόστος μεταφοράς παραμένει υψηλό, οι αγορές προϊόντων εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις και τα εμπορικά και στρατηγικά αποθέματα μειώνονται.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τις δύο αναλύσεις είναι ότι ακόμη και μια ενδεχόμενη διπλωματική αποκλιμάκωση δεν θα οδηγήσει αυτομάτως στην επιστροφή των τιμών στα προ της σύγκρουσης επίπεδα.
Η αποκατάσταση των εφοδιαστικών αλυσίδων, η αναπλήρωση των αποθεμάτων και η ομαλοποίηση των μεταφορών θα απαιτήσουν χρόνο, διατηρώντας το ενεργειακό κόστος σε υψηλά επίπεδα και παρατείνοντας τις πιέσεις στις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές πετρελαίου, μεταξύ των οποίων και η ευρωπαϊκή.
ΠΗΓΗ energypress.gr
